Σήμερα που είμαι τέρμα κρυωμένη και δεν βάζω αυτόν τον σατανά το dexarin για να να ξεβουλώσει η μύτη μου και ανοίγω το στόμα κάθε λίγο σαν το ψάρι για να μη σας στερήσω την ύπαρξή μου, μπορείτε να μη φορέσετε κολώνια, ούτε αποσμητικό, να κλάσετε σιωπηλά δίπλα μου, να ανάψετε πούρο, να βγάλετε ναφθαλίνες από τα κουτάκια τους και να αυτοκτονήσετε μασώντας τες, να ψιλοκόψετε ένα ολόκληρο σέλινο δίπλα σε μία μεγάλη μαρμίτα που βράζει αργά ένα γιγάντιο ψάρι, να σπάσετε μια καρύδα πάνω στο γραφείο μου και να πιείτε το ζουμί της, να μουλιάσετε ένα μικρό σκυλί μεσα σε μία μικρή λεκάνη με χλιαρό νερό και να το στεγνώσετε δίπλα μου με το πιστολάκι. Ναι, οποιος θέλει να κάνει όλα αυτά, σήμερα είναι η μέρα του. Την πρώτη μέρα που θα μυρίσω όμως, θα ψήσω έναν ελληνικό και θα είναι σαν να μην έγινε τίποτα.
Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011
Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011
Ω, είναι ωραία στον παράδεισο
Καμιά φορά κάθομαι και σκέφτομαι διάφορα και έρχεται κάποιος και πετάει μία κουβέντα - απάντηση στις μυστικές μου σκέψεις και τρελαίνομαι και σηκώνω το βλέμμα και κοιτάω πάνω από το κεφάλι μου να δω αν έχω συννεφάκι που γράφει αυτά που σκέφτομαι (μούμπλε μούμπλε). Ως γνήσιο εγωκεντρικό πλάσμα θεωρώ ότι το σύμπαν περιστρέφεται γύρω μου και οτι με κάποιον κωδικοποιημένο τρόπο προκαλώ διάφορα γεγονότα να συμβούν με τη θέλησή μου ή όχι. Θα ξεκινήσω με ένα ανώδυνο παράδειγμα όπως τα καιρικά φαινόμενα (η βροχή ας πούμε πάντα μου φτιάχνει τη διάθεση γιατί νοιώθω ότι ξεπλένει τη βρώμα και όλα τα μιασμένα πράγματα που πλανώνται γύρω μας και όταν σταματήσει είναι όλα υγρά και καινούρια, έτοιμα να ξαναβρωμιστούν πάλι μέχρι να το επιθυμήσω εγώ). Θα συνεχίσω με κάτι πιο παράτολμο έως και - τολμώ να πω - δυσάρεστο: Άλλες φορές λοιπόν πάλι νοιώθω ότι κοσμικά ηλεκτρόδια είναι συνδεδεμένα με τον εγκέφαλό μου και τη ζοφερή μου φαντασία που τόσο με έχει βασανίσει κατά καιρούς και με το που κάνω κάποια σκέψη το παρανοικό σύμπαν αστραπιαία την πυροδοτεί και της δίνει σάρκα και οστά. ¨Οταν ας πούμε ψυχαναγκαστικά μπαίνω για τριακοστή φορά στην ηλεκτρονική έκδοση των "ΝΕΩΝ" και σκέφτομαι όχι άλλους φόρους και νέα μέτρα, ξυπνάει από το λήθαργό του ο βαρήκοος συμπαντικός παππούς που κινεί τα νήματα αυτού του κόσμου και λέει νυσταγμένα "φόρους, νέα μέτρα" και κουμπώνει ένα βύσμα και βγαίνει ο Βενιζέλος και ανακοινώνει φόρους και νέα μέτρα. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω για να σταματήσω αυτήν την τρελα (παππούς ξυπνάει, μουρμουρίζει μαχμουρλίδικα "τρέλα", βάζει το βύσμα κι βγαίνει ο ΓΑΠ να κάνει δηλώσεις. Γενικώς.) Θέλω να βγω κι εγώ στο channel 4 ως άλλη Li-ana Kaneli και να κάνω bold and beautiful μια δήλωση. Stop blaming my patriots back home for the crisis (μα εννοείται θα πάω στο στούντιο. ποτέ δεν αφήνω μία ευκαιρία για ένα ταξιδι να πάει χαμένη) Put the blame on Mame. Boys. Put the blame on Mame. Μετά θα γυρίσω στο φτωχικό μου, θα βγάλω τα ρούχα μου, θα ανοίξω την τηλεόραση και θα παρακολουθήσω τις αστυνομικές δυνάμεις να εξαπολύουν ανθρωποκυνηγητό για να βρουν αυτή τη Mame που ευθύνεται για την οικονομική κρίση στην Ελλαδα και τη Μεγάλη Φωτιά στο Σικάγο. Μετά θα πάρω υπερβολική δόση βαρβιτουρικών και θα τερματίσω την παράνοια. Εγώ κι η Ρίτα. Στον Παράδεισο (Mα τι κάνουν δυο αγγελούδια σαν κι εσάς μόνα τέτοια ώρα στον Παράδεισο; Πάψε κόλακα!)
Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011
Ο χαμένος τα παίρνει όλα
Μετά από επίμονες και συντονισμενες πλην απέλπιδες προσπάθειες να πείσω τους παρόχους κινητής τηλεφωνίας να μου χαρίσουν ένα i phone 4 με καινούριο συμβόλαιο (είναι γελοίοι - απλά γελοίοι- ανταγωνισμός σου λέει μετά) πήρα ένα φτηνό νόκια που όμως μοιάζει με μπλάκμπερι, δηλαδή αν βγάλεις τα γυαλιά ή τους φακούς το περνάς σίγουρα για μπλάκμπερι και περισσέψανε και σαράντα ευρώ από την επιδότηση. Αποφάσισα λοιπόν να πάρω με αυτά ένα καινούριο εμπιθρί (τέλειο; πολύ καλύτερο από το mp3) γιατί το προηγούμενο το έχασα. Είμαι σίγουρη ότι στην αθήνα ζει κάποιο άτομο το οποίο βρίσκει και απολαμβάνει τα χαμένα μου πράγματα. Μια μέρα καθώς περιπλανιέμαι στο κέντρο της πόλης, θα τον συναντήσω και θα φοράει το πράσινο σταυρωτό μου σακάκι που είχα ξεχάσει στο υποθηκοφυλακείο, θα κρατάει κάτω από τη μασχάλη του τη μαύρη τσάντα φάκελο που μου κλέψανε στην Αθηνας, το μπρούτζινο δαχτυλίδι που ειχα αφησει σε έναν νιπτήρα για να πλύνω τα χέρια μου θα γυαλίζει στο μεσαίο του δάχτυλο και θα ακούει μουσική από το i pod shuffle. Δίπλα του θα περπατάει ο γάτος μου ο γιούρι που είχε φύγει μια μέρα ξαφνικά από το παλιό μας σπίτι στο Χαλάνδρι. Θα είναι γέρος πια, αλλά θα με γνωρίσει αμέσως, θα μου νιαουρίσει γνώριμα και θα έρθει να τριφτεί παρηγορητικά στο πόδι μου. Ο ξένος θα λάμπει με τη χαμένη μου αξιοπρέπεια, το πορτοφόλι του θα είναι γεμάτο με τα 1500 ευρώ που μου χρωστάει εκείνος ο πελάτης μου ο λογιστής και από το αυτί του θα κρέμεται το κοραλί μου το σκουλαρίκι που φυλαω εδώ και χρόνια το αλλο του ζευγαρι με την ελπίδα ότι θα εμφανιστεί. Στο ένα του πόδι θα φοράει όλες τις χαμένες από χρόνια μονές μου κάλτσες και στο άλλο του πόδι τη μωβ σουέντ γόβα που είχα σηκώσει το σπίτι ανάποδα όταν μια μέρα εξαφανίστηκε ανεξήγητα. Δεν θα του πω τίποτα, μόνο θα τον κοιτάξω έντονα για να δω πώς θα αντιδράσει που ζει τη χαμένη μου ζωή. Θα μου χαμογελάσει και θα με κοιτάξει λίγο συμπονετικά. Θα με πιάσει από το χέρι και θα με οδηγήσει σε ένα ημιυπόγειο φαστ φουντ που σε ρβίρει σάντουιτς με φαλάφελ. Πεινάς; θα με ρωτήσει γλυκα. Ναι, θα απαντήσω. Προς τα πού πήγαινες; Δεν ξέρω, νομίζω ότι έχω χαθεί.
μουσικούλα: http://www.youtube.com/watch?v=hhZ0FnuFQDw
μουσικούλα: http://www.youtube.com/watch?v=hhZ0FnuFQDw
Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011
Θέλω τη μάμά μου
Αυτόν το καιρό που είμαι υπό μόνιμο κίνδυνο απόλυσης και έχω κάνει αυτό το φοβερό κούρεμα που έχει ξαλαφρώσει το μαλλί μου και σταμάτησα να το ισιώνω κατάλαβα το πραγματικό νόημα τής φράσης παύλα χαιρετισμού "απολύομαι ψαρούκλες τα μαλλιά μου κάνω μπούκλες"΄.
Επίσης τον πρώτο καιρό που ήμουν απλήρωτη είχα πέσει να πεθάνω ξέρετε τύπου, παλιοζωή, παλιόκοσμος και παλιοκοινωνία, μετά τη θέση της θλίψης πήρε μια δυσσαρέσκεια και τώρα πια νοιώθω μια ανεμελιά, όπως λέμε κι εδώ όταν μας απειλούν με κατασχέσεις, ελάτε, τι θα πάρετε;. (Εδώ παίρνει νέο νόημα το κλασικό πια "απολύομαι και τρελαίνομαι".)
Κλείνοντας θα εξομολογηθώ κάτι. Πάντα βασανίζομαι από τη νοσηρή μου φαντασία η οποία παίρνει μπρος από μόνη της και γεμίζει το μυαλό μου ζωηρές εικόνες κάθε φορά που κάποιος ας πούμε λέει, "τ΄αρχίδια μου κουνιούνται" ή "γαμώ το πασουμάκι του αγιου Σπυρίδωνα" οι οποίες εικόνες μπορεί και να στοιχειώνουν το κεφάλι μου για ημέρες. Ακόμα και μήνες (ακόμα και χρόνια αλλά αυτό θα το βάλω εντός παρενθέσεως για να μη με νομίζετε τρελή). Κάποτε λοιπόν είχε βγεί ένα "παιδικό" όπως λέγαμε μικρά (μτφ. σε γλώσσα ενηλίκων "κινούμενο σχέδιο") με κάτι δεινόσαυρους που ήταν τέρατα αλλά οικογένεια και κατά βάθος καλοί και τρώγανε μόνο φύλλα και δεν έκαναν κακό ο ένας στον άλλο. Ο πατέρας δεινόσαυρος ήταν ο χειρότερος. Το πρόσωπό του ήταν φοβερό και τα μάτια του θαμμένα κάτω από μία περίεργη δίπλα λίπους που τον έκανε να τους κοιτάει βλοσυρά όλους. Εμένα τώρα πάντα αυτός μου θύμιζε το βενιζέλο, όχι με την κακή έννοια, με την καλή, (δεν ξέρω ποιά είναι αυτή), γιατί ο μπαμπάς μου ήταν και πασόκ αλλά εγω δυστυχώς φυσιογνωμίστρια.
Αυτό που με παρηγορεί είναι οτι εν τέλει οι δεινοσαυροι εξαφανίστηκαν αλλά νομίζω ότι πριν πάγωσε το σύμπαν.
Είναι αυτό που λέμε έχω ένα καλό κι ένα κακό νέο, από πού να ξεκινήσω;
Επίσης τον πρώτο καιρό που ήμουν απλήρωτη είχα πέσει να πεθάνω ξέρετε τύπου, παλιοζωή, παλιόκοσμος και παλιοκοινωνία, μετά τη θέση της θλίψης πήρε μια δυσσαρέσκεια και τώρα πια νοιώθω μια ανεμελιά, όπως λέμε κι εδώ όταν μας απειλούν με κατασχέσεις, ελάτε, τι θα πάρετε;. (Εδώ παίρνει νέο νόημα το κλασικό πια "απολύομαι και τρελαίνομαι".)
Κλείνοντας θα εξομολογηθώ κάτι. Πάντα βασανίζομαι από τη νοσηρή μου φαντασία η οποία παίρνει μπρος από μόνη της και γεμίζει το μυαλό μου ζωηρές εικόνες κάθε φορά που κάποιος ας πούμε λέει, "τ΄αρχίδια μου κουνιούνται" ή "γαμώ το πασουμάκι του αγιου Σπυρίδωνα" οι οποίες εικόνες μπορεί και να στοιχειώνουν το κεφάλι μου για ημέρες. Ακόμα και μήνες (ακόμα και χρόνια αλλά αυτό θα το βάλω εντός παρενθέσεως για να μη με νομίζετε τρελή). Κάποτε λοιπόν είχε βγεί ένα "παιδικό" όπως λέγαμε μικρά (μτφ. σε γλώσσα ενηλίκων "κινούμενο σχέδιο") με κάτι δεινόσαυρους που ήταν τέρατα αλλά οικογένεια και κατά βάθος καλοί και τρώγανε μόνο φύλλα και δεν έκαναν κακό ο ένας στον άλλο. Ο πατέρας δεινόσαυρος ήταν ο χειρότερος. Το πρόσωπό του ήταν φοβερό και τα μάτια του θαμμένα κάτω από μία περίεργη δίπλα λίπους που τον έκανε να τους κοιτάει βλοσυρά όλους. Εμένα τώρα πάντα αυτός μου θύμιζε το βενιζέλο, όχι με την κακή έννοια, με την καλή, (δεν ξέρω ποιά είναι αυτή), γιατί ο μπαμπάς μου ήταν και πασόκ αλλά εγω δυστυχώς φυσιογνωμίστρια.
Αυτό που με παρηγορεί είναι οτι εν τέλει οι δεινοσαυροι εξαφανίστηκαν αλλά νομίζω ότι πριν πάγωσε το σύμπαν.
Είναι αυτό που λέμε έχω ένα καλό κι ένα κακό νέο, από πού να ξεκινήσω;
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011
Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι
Με τη μετακόμιση χάθηκε το μικρό μου φωσφωριζέ κουνέλι που καπνίζει. Σκέφτομαι σε ποιόν υγρό λάκκο να βρίσκεται άραγε κι αν θα του λείπει η αφέντρα του, αυτή η αριστοκρατική κοκκινομάλλα καλλονή που έχει μεγάλη ζήτηση και γίνεται συζήτηση γύρω από τ' όνομά της. Τα βράδια που πέφτω για ύπνο θυμάμαι τη μάνα μου που έλεγε "μη γκρινιάζετε, να είστε ευχαριστημένες που έχετε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σας, υπάρχουν παιδάκια που κοιμούνται στο δρόμο και τα θερίζει τ΄αγιάζι". Εκτός που η μάνα μου ήταν πάντα γλαφυρή στις περιγραφές και άσσος στην ενοχοποίηση ακόμα και των πιο αγνών συναισθημάτων, νομίζω ότι έχει τον ειδικό μαρκαδόρο που γράφει στο υποσεινήδητό μου ό,τι γουστάρει για να με στοιχειώνει και να με ελέγχει σαν προσωπικότητα (π.χ. βγείτε εσείς δεν πειράζει θα μείνω μέσα, ο πατέρας σας δεν είναι εδώ, αχ αυτή η ταινία που είδατε χθες καλή ήτανε, δεν έχω τρυπητό μακαρόνι για το παστίτσιο τα οποία σε οδηγούν σε dt να μπεις στο αθηνόραμα να δεις που στο κέρατο την παίζει απόψε αυτή την ταινία, να της κλείσεις εισιτήρια μέσω ιντερνετ και να της πας και με το αμάξι σινεμά που την περιμένει η φίλη της αφού πρωτα κάνεις σταση στο Βασιλόπουλο για μίσκο).
Τα πράγματα έχουν αγριέψει γενικότερα, ο βενιζέλος κάθε δύο μέρες βγάζει και μία έκτακτη εισφορά, οι αλβανοί που έκαναν ομαδικές βιασμούς "δεν έμπαιναν καν στον κόπο να βάλουν κουκούλες" (τι θα πει αυτό; δηλαδή αν έβαζαν κουκούλες οκέι;) μου ήρθε κι ένα μπουγιουρντί από την εφορία, το κουνέλι άφαντο, απείλησα μία εφοριακό ότι θα της βάλω γκαζάκι και με ρώτησε γλυκά "γιατί θα μας βάλετε γκαζάκι, τι συμβαίνει;" όπως μιλάγαμε στον παππού μου που είχε πάθει εγκεφαλικό. Φοβάμαι μήπως τα χάσω τελείως από την άλλη σκέφτομαι τι είχες τι έχασες, ένα μυαλό που ότι του γράφουν με το μαρκαδόρο το σκέφτεται είκοσι χρόνια μετά, οι τρελοί είναι καλύτεροι στην τελική, χέστηκαν κιόλας, όπως λέει κι η γιαγιά του κώστα με το αλτσχάιμερ στην κόρη της "χαιρετίσματα στη μάνα σου" (θα δώσω).
Τα πράγματα έχουν αγριέψει γενικότερα, ο βενιζέλος κάθε δύο μέρες βγάζει και μία έκτακτη εισφορά, οι αλβανοί που έκαναν ομαδικές βιασμούς "δεν έμπαιναν καν στον κόπο να βάλουν κουκούλες" (τι θα πει αυτό; δηλαδή αν έβαζαν κουκούλες οκέι;) μου ήρθε κι ένα μπουγιουρντί από την εφορία, το κουνέλι άφαντο, απείλησα μία εφοριακό ότι θα της βάλω γκαζάκι και με ρώτησε γλυκά "γιατί θα μας βάλετε γκαζάκι, τι συμβαίνει;" όπως μιλάγαμε στον παππού μου που είχε πάθει εγκεφαλικό. Φοβάμαι μήπως τα χάσω τελείως από την άλλη σκέφτομαι τι είχες τι έχασες, ένα μυαλό που ότι του γράφουν με το μαρκαδόρο το σκέφτεται είκοσι χρόνια μετά, οι τρελοί είναι καλύτεροι στην τελική, χέστηκαν κιόλας, όπως λέει κι η γιαγιά του κώστα με το αλτσχάιμερ στην κόρη της "χαιρετίσματα στη μάνα σου" (θα δώσω).
Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011
Το πάνω πάτωμα (ΜΕΡΟΣ Β)
Η συνάντηση με τον τρελό της γειτονιάς είχε αρχίσει να προεξοφλεί τον ανώφελο χαρακτήρα της. Δεν είχα καμία ελπίδα να τον εκμεταλλευτώ. Με είχε προλάβει ήδη ο μάνατζερ (είναι ένας άνθρωπος που με αγαπά πολύ και με έχει βοηθήσει ακόμα πιο πολύ. -παύση τρεμούλιασμα χειλιού - τον εχω σαν πατέρα) Γαμώ την κοινωνία μου σκέφτηκα και εξέτασα με αστυνομική οξυδέρκεια τις εξόδους του σπιτιού. Ο τρελάρας πιάνει το βλέμμα μου να κοιτάει την μπαλκονόπορτα, έλα να σου δείξω μου λέει καθώς με τραβάει προς τα έξω και μου δείχνει προς τα κάτω, όταν κάθεσαι στο μπαλκόνι βλέπω τις πατουσίτσες που τις ανεβάζεις στην κουπαστή (το χριστούλη σου σαββατιάτικα είπα στον άλλο μου εαυτό τον λογικό που παρακολουθεί στωικά τις μαλακίες που κάνω κατά καιρούς.). Κι εκεί που με έπιασε ένα πνιγηρό συναίσθημα εγκλωβισμού - γιατί σ΄αυτές τις φάσεις, κακά τα ψέματα - χρειάζεσαι άλλον έναν, εκεί στη γωνία να τα παρακολουθεί όλα, να γυρνάς να του κλείνεις το μάτι και μετά να πιείτε δέκα μπύρες γελώντας του θανάτου και πιάνοντας τους κοιλιακούς σας με πόνο.
Αποστασιοποιούμαι από τον εγκλωβισμένο μου εαυτό, τον βαφτίζω "άλλον έναν" και γυρνάω κοιτώντας τον βασανισμένο μου καλλιτέχνη στα μάτια. "Σου έχω μιλήσει ποτέ για το μαγικό μου χέρι;"
Όχι, απαντά εμφανώς συγκινημενος.
- Σημείωση του συγγραφέα: "Όταν ήμασταν μικρά τα Χριστούγεννα με την αδερφή μου και δύο ξαδερφάκια μας που έμεναν απέναντι βγαίναμε παγανιά για τα κάλαντα, ΟΧΙ ΟΠΩΣ ΕΚΑΝΑΝ ΤΑ ΑΛΛΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ. Έπαιρνα ένα κουτί χαρτομάντηλα, ξέρετε αυτά τα μακρόστενα, το έντυνα με χρυσόχαρτο και τα έκανα κάτι μεταξύ κουμπαρά και παγκαριού για να αποφέυγεται αυτή η υποτιμητική δοσοληψια (ανταλλαγή χρημάτων) μεταξύ καλαντοπαιχτών και καλαντακροατών και έπαιρνα, προσοχή φίλοι μου αυτό που θα ακολουθήσει είναι πολύ σημαντικό, έπαιρνα ξαναλέω τη μελόντικα, και με το μικρό μου δεξί χεράκι έπαιζα τα κάλαντα ενώ η αδερφή μου και τα ξαδερφάκια βασάνιζαν το τριγωνάκι τους με θέρμη. Μετά τα Χριστούγεννα, με το ίδιο μικρό μου χεράκι έπαιζα στη μελόντικα όποιο τραγούδι άκουγε η καλή μου η μανούλα στο ραδιόφωνο εκείνη την εποχή, από το σαριμπίταμ σαριμπατιμπαμ μέχρι την αθανασία του χατζιδάκη. Δεν υπήρχε τραγούδι να μου βάλεις και να μην το παίξω με το δεξί μου χεράκι στη μελόντικα γεμίζοντας σάλια το υπέροχο τούτο όργανο από την υπερπροσπάθεια. Αποφάσισα από τότε λοιπόν να κατατάξω τον εαυτό μου στην κατηγορία των μεγάλων - χαμένων ταλέντων, κατηγορώντας του γονείς μου που δεν με πήγαν να μάθω μουσική ενώ με το "μαγικό μου χέρι" (η πρόταση συνοδεύεται πάντα από αργή ανάταση και περιστροφή του δεξιού μου χεριού, χαμηλόφωνη ομιλία και μαγνητιστικό κοίταγμα στα ματια) μπορεί να παίξει - προσοχή - ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ μουσικό κομμάτι στη μελόντικα" . Τελείωσε η σημείωση, συνεχίζετε κανονικά.
Καταλαβαίνεις σε ποιόν μιλάς, μου λέει με ένα τικ στο πάνω αριστερό χείλος, μιλάς στον Γ.Ψ και του λές ότι είσαι μουσική ιδιοφυία; Ναι, απαντώ με θράσος, μιλάω στον Γ.Ψ και του λέω ότι είμαι μουσική ιδιοφυία. Πάμε στο πιάνο, με διατάζει τρεμουλιαστά. Θα σου κάνω κάποια τεστ που θα αποδείξουν τι είσαι και τι δεν είσαι, λέει σιγανά μα σχεδόν απειλητικά. Η συνέχεια δεν χρειάζεται να αναλυθει με λεπτομερεια πέρα από καποιες ομορφες ερωτικές στιγμές που μου έπιανε τα μπούτια γιατι είχα πολύ άγχος και δεν έβρισκα τους τόνους. Η εξέταση κράτησε μισή ώρα. Όταν τελείωσε γυρισε, με κοίταξε γλυκά και μου είπε ακομα πιο γλυκά, Λυπάμαι που στο λέω αλλά δεν είσαι μουσική ιδιοφυια.
Τι; έκρωξα. Αυτό παραπάει. Τι ώρα πήγε; Γιατί; Πρέπει να φύγω. Με κάνεις και νοιώθω ατάλαντη. Με κοίταξε με κατανόηση, με έσφιξε στην αγκαλιά του και με κατευόδωσε στον άχαρο κόσμο της αταλαντοσύνης μου. Θα με θυμάται για πάντα. Εγώ να δεις.
Αποστασιοποιούμαι από τον εγκλωβισμένο μου εαυτό, τον βαφτίζω "άλλον έναν" και γυρνάω κοιτώντας τον βασανισμένο μου καλλιτέχνη στα μάτια. "Σου έχω μιλήσει ποτέ για το μαγικό μου χέρι;"
Όχι, απαντά εμφανώς συγκινημενος.
- Σημείωση του συγγραφέα: "Όταν ήμασταν μικρά τα Χριστούγεννα με την αδερφή μου και δύο ξαδερφάκια μας που έμεναν απέναντι βγαίναμε παγανιά για τα κάλαντα, ΟΧΙ ΟΠΩΣ ΕΚΑΝΑΝ ΤΑ ΑΛΛΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ. Έπαιρνα ένα κουτί χαρτομάντηλα, ξέρετε αυτά τα μακρόστενα, το έντυνα με χρυσόχαρτο και τα έκανα κάτι μεταξύ κουμπαρά και παγκαριού για να αποφέυγεται αυτή η υποτιμητική δοσοληψια (ανταλλαγή χρημάτων) μεταξύ καλαντοπαιχτών και καλαντακροατών και έπαιρνα, προσοχή φίλοι μου αυτό που θα ακολουθήσει είναι πολύ σημαντικό, έπαιρνα ξαναλέω τη μελόντικα, και με το μικρό μου δεξί χεράκι έπαιζα τα κάλαντα ενώ η αδερφή μου και τα ξαδερφάκια βασάνιζαν το τριγωνάκι τους με θέρμη. Μετά τα Χριστούγεννα, με το ίδιο μικρό μου χεράκι έπαιζα στη μελόντικα όποιο τραγούδι άκουγε η καλή μου η μανούλα στο ραδιόφωνο εκείνη την εποχή, από το σαριμπίταμ σαριμπατιμπαμ μέχρι την αθανασία του χατζιδάκη. Δεν υπήρχε τραγούδι να μου βάλεις και να μην το παίξω με το δεξί μου χεράκι στη μελόντικα γεμίζοντας σάλια το υπέροχο τούτο όργανο από την υπερπροσπάθεια. Αποφάσισα από τότε λοιπόν να κατατάξω τον εαυτό μου στην κατηγορία των μεγάλων - χαμένων ταλέντων, κατηγορώντας του γονείς μου που δεν με πήγαν να μάθω μουσική ενώ με το "μαγικό μου χέρι" (η πρόταση συνοδεύεται πάντα από αργή ανάταση και περιστροφή του δεξιού μου χεριού, χαμηλόφωνη ομιλία και μαγνητιστικό κοίταγμα στα ματια) μπορεί να παίξει - προσοχή - ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ μουσικό κομμάτι στη μελόντικα" . Τελείωσε η σημείωση, συνεχίζετε κανονικά.
Καταλαβαίνεις σε ποιόν μιλάς, μου λέει με ένα τικ στο πάνω αριστερό χείλος, μιλάς στον Γ.Ψ και του λές ότι είσαι μουσική ιδιοφυία; Ναι, απαντώ με θράσος, μιλάω στον Γ.Ψ και του λέω ότι είμαι μουσική ιδιοφυία. Πάμε στο πιάνο, με διατάζει τρεμουλιαστά. Θα σου κάνω κάποια τεστ που θα αποδείξουν τι είσαι και τι δεν είσαι, λέει σιγανά μα σχεδόν απειλητικά. Η συνέχεια δεν χρειάζεται να αναλυθει με λεπτομερεια πέρα από καποιες ομορφες ερωτικές στιγμές που μου έπιανε τα μπούτια γιατι είχα πολύ άγχος και δεν έβρισκα τους τόνους. Η εξέταση κράτησε μισή ώρα. Όταν τελείωσε γυρισε, με κοίταξε γλυκά και μου είπε ακομα πιο γλυκά, Λυπάμαι που στο λέω αλλά δεν είσαι μουσική ιδιοφυια.
Τι; έκρωξα. Αυτό παραπάει. Τι ώρα πήγε; Γιατί; Πρέπει να φύγω. Με κάνεις και νοιώθω ατάλαντη. Με κοίταξε με κατανόηση, με έσφιξε στην αγκαλιά του και με κατευόδωσε στον άχαρο κόσμο της αταλαντοσύνης μου. Θα με θυμάται για πάντα. Εγώ να δεις.
Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011
Το πάνω πάτωμα (ΜΕΡΟΣ Α)
Δεν φταίω εγώ. Δεν το ήξερα ότι ο Ψ. ήταν ένοικος στην πολυκατοικία μου. Δεν ήξερα καν ότι ο χοντρός με τα γυαλάκια ήταν ο Ψ. Στο δικό μου τρελό σύμπαν, βέβαια, υπήρχε πάντα θέση γι αυτόν, κάποιος του το πε (αυτά τα πράγματα κυκλοφορούν) είδε φως και μπήκε.
Να, κάτι τέτοιες ώρες λέω, θα τα λέω και δεν θα με πιστεύει κανείς. Πώς είναι κάτι κακομοίρηδες στο σινεμά που τους έχουν ταράξει τα κουνούπια από τα trailer ακόμα κι εσύ την περνάς ζάχαρη από δίπλα; Κάπως έτσι μαζεύονται οι τρελοί (μανιακοί, σημειωμένοι, ζαβοί κλπ) γύρω μου ενώ τους λοιπούς τους προσπερνάνε με επιδεικτική αδιαφορία. Θα ξεκινήσω λοιπόν από την αρχή γιατί αξίζει τον κόπο.
Την Παρασκευή το απόγευμα πάω για καφέ με την αγαπημένη μου φίλη / κουμπάρα / ψυχαναλύτρια / μεγάλη καλλιτέχνιδα Κ. και εκεί που για αλλαγή κλαίμε τη μοίρα μας (συνήθως αναλωνώμαστε στο να ευλογάμε τα γένια μας) σκάει από δίπλα ο Ψ. Ενώ εγώ αναγνωρίζω σ' αυτό το χαμένο βλέμα με την επίφαση γελοιότητας, (κάτι σαν τον Τζόνυ Βαβούρα με μπυροκοιλιά και διανοητική στέρηση) τον ένοικο του αποπάνω (ανάθεμα την ώρα) διαμερίσματος. Α τι κάνεις; δεν έχουμε συστηθεί ποτέ, εγώ μένω από κάτω και τέλος του μήνα φεύγω από το σπίτι; Γυρνάει χαμένος, κεντράρει, μου χαμογελάει και ανοίγει τον κύκλο της τρέλας.
"α καλά δεν το πιστεύω σε βλέπω κάθε απόγευμα με αυτά τα παλιόρουχα τις φόρμες, μα εσύ είσαι μια θεά, καλά δεν ξέρεις ποιός είμαι, είμαι διάσημος, είμαι μεγάλος καλλιτέχνης, να κάτσω μαζί σας;, μα τι πίνετε, τι ζώδιο είσαι, μη μου πεις, θα το βρω μόνος μου, σκορπιός αποκλείεται, που κάηκες; θέε μου φοβερό! κάνε μου μια χάρη σε παρακαλώ, δεν θέλω να ξανακαείς ποτέ, έκανα φωτογράφηση για το esquire magazine, σας αρέσει αυτό το κινητό, μου το έκαναν δώρο, καπνίζεις; δεν κάνει καλό, για να δω τα χέρια σου, τι ωραίο δέρμα, τον άλλο μήνα βγαίνει ο τρίτος μου δίσκος, είμαι μια ιδιοφυία, αλήθεια σας το λέω, είμαι ένας από τους μεγαλύτερους πιανίστες της εποχής μου, θα παίξω και στο μέγαρο. τι ωραία που σας βρήκα".
Το αρπακτικό που ζει μέσα (μου) σε αυτό το γλυκό (δεν θέλω ου) ανθρώπινο περίβλημα ξύπνησε πεινασμένο και περιεργάστηκε αυτό το ημίτρελο καραφλό πλάσμα που παραληρρούσε ασταμάτητα δίπλα μου. Περιεργάστηκα τις επιλογές:
1. είναι τρελος και ασήμαντος. (θα τον κεράσουμε τον καφέ και θα εξαφανιστούμε)
2. είναι τρελός και σημαντικός (θα τον πιάσουμε πελάτη και θα τον εκμεταλλευτούμε)
Μετράω τις αποστάσεις και κάνω το βήμα μου; Μα καλά τόσες επιτυχίες... Ποιόν έχεις πιά δικηγόρο;
Μα δεν έχω δικηγόρο.. (γλυκό τρελό μου αγόρι). Δώσαμε ραντεβού την άλλη μέρα στο σπίτι του για καφέ και αποχαιρετιστήκαμε. Την επόμενη μέρα, ξημερώνει πάλι Σάββατο (όπως κάθε βδομάδα, τι βαρετό, ας πρωτοτυπήσει κάποιος επιτέλους), αφού τσεκάρω στο google ότι ο τύπος δεν λέει μούφες αλλά είναι όντως μεγάλος καλλιτέχνης (αχ αλλάχ, αλλάχ) πάω και παίρνω ένα cheese cake και σκάω τύπου βουτσάς / γαμπρός στην πόρτα του, έχοντας κρύψει τα κοφτερά μου δόντια και τα γαμψά μου νύχια για να βρω τον πιο σύντομο τρόπο για να εκμεταλλευτώ την ανοησία του και να τον ξεζουμίσω μέχρι να τον αφήσω στο δρόμο να παίζει με ηλεκτρικό πιανάκι και να ζητάει λεφτά από τους πονόψυχους περαστικούς.
Ένα όμορφο σπίτι κι ένας ξυπόλυτος μουσικός με το cheese cake ανά χείρας να ζουζουνίζει γύρω μου όπως η μύγα πάνω απ' το σκατό μουρμουρίζοντας δεν έπρεπε, δεν έπρεπε, δεν έπρεπε. Είπα ότι τον γκόυγκλαρα κι έχω ερθει διαβασμένη. Αναστέναξε, γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω και είπε κουρασμένα "πόσες καταχωρίσεις βρήκες; εννιά χιλιάδες; εννιάμιση;" (δεν απάντησα) Μου έδειξε, τα κουζινικά του, τα φωτιστικά του (ένα απ΄αυτά μάλιστα είχα κι εγώ στο παλιό σπίτι, ένας είδος εύκαμπτης μεταλλικής δαντέλας που τυλίγεται γύρω από το γλόμπο και το πούλαγε το habitat 30 ευρώ και το είχαμε αγοράσει όλοι) με προβλημάτισε κάπως το γεγονός ότι μου είπε ότι τα έχει φτιάξει όλα μόνος του, μου έβαλε τις μπαλάντες του κολτρέιν, stan getz, μια ιταλίδα ντίβα που εμένα μου θύμιζε τόσο την κουρούκλη και αλίκη βουγιουκλάκη (;;;). Μου είπε ότι ράβει γυναικεία ρούχα, φτιάχνει στάμπες σε μπλούζες, ασχολείται με τη διακόσμηση, σχεδιάζει έπιπλα, αρνείται να κάνει γυμναστική, είναι πραγματικά μεγάλος καλλιτέχνης αλλά αυτό συνεπάγεται και μια μεγάλη μοναξιά, πριν από κάθε δεκάλεπτο μονόλογο, μου έλεγε με στόμφο μίλησέ μου για σένα, μίλησε μου για σένα. Μα πως ήταν δυνατόν να μην έχω φίλο, το ήξερε ότι θα είχε αντίπάλο, θα παλέψει όσο μπορεί για την καρδιά μου, πρέπει να ξεπεράσω το κλισέ της εμφάνισης και να δω το ψυχικό μεγαλείο ενός πραγματικού καλλιτέχνη, το βράδυ που με γνώρισε δεν κοιμήθηκε καθόλου έγραψε ένα κομμάτι για μένα, μου το έπαιξε, ο καινούριος δίσκος βγαίνει το δεκέμβρη (από ποιά εταιρεία;) δεν ξέρει ακόμα, έστειλε στην Τήλο 1500 cd που δεν ήθελε, δεν του είπαν ούτε ευχαριστώ. Αραγε, αναρωτήθηκε αναστενάζοντας δυνατά και κοιτάζοντάς με αυθάδικα με τα μικρά γουρουνίσια μάτια του, το καταλαβαίνω ότι συνομιλώ με μία ιδιοφυϊα;
Αχ μανούλα μου σκέφτηκα σιωπηλά.
(συνέχεια στο επόμενο)
Να, κάτι τέτοιες ώρες λέω, θα τα λέω και δεν θα με πιστεύει κανείς. Πώς είναι κάτι κακομοίρηδες στο σινεμά που τους έχουν ταράξει τα κουνούπια από τα trailer ακόμα κι εσύ την περνάς ζάχαρη από δίπλα; Κάπως έτσι μαζεύονται οι τρελοί (μανιακοί, σημειωμένοι, ζαβοί κλπ) γύρω μου ενώ τους λοιπούς τους προσπερνάνε με επιδεικτική αδιαφορία. Θα ξεκινήσω λοιπόν από την αρχή γιατί αξίζει τον κόπο.
Την Παρασκευή το απόγευμα πάω για καφέ με την αγαπημένη μου φίλη / κουμπάρα / ψυχαναλύτρια / μεγάλη καλλιτέχνιδα Κ. και εκεί που για αλλαγή κλαίμε τη μοίρα μας (συνήθως αναλωνώμαστε στο να ευλογάμε τα γένια μας) σκάει από δίπλα ο Ψ. Ενώ εγώ αναγνωρίζω σ' αυτό το χαμένο βλέμα με την επίφαση γελοιότητας, (κάτι σαν τον Τζόνυ Βαβούρα με μπυροκοιλιά και διανοητική στέρηση) τον ένοικο του αποπάνω (ανάθεμα την ώρα) διαμερίσματος. Α τι κάνεις; δεν έχουμε συστηθεί ποτέ, εγώ μένω από κάτω και τέλος του μήνα φεύγω από το σπίτι; Γυρνάει χαμένος, κεντράρει, μου χαμογελάει και ανοίγει τον κύκλο της τρέλας.
"α καλά δεν το πιστεύω σε βλέπω κάθε απόγευμα με αυτά τα παλιόρουχα τις φόρμες, μα εσύ είσαι μια θεά, καλά δεν ξέρεις ποιός είμαι, είμαι διάσημος, είμαι μεγάλος καλλιτέχνης, να κάτσω μαζί σας;, μα τι πίνετε, τι ζώδιο είσαι, μη μου πεις, θα το βρω μόνος μου, σκορπιός αποκλείεται, που κάηκες; θέε μου φοβερό! κάνε μου μια χάρη σε παρακαλώ, δεν θέλω να ξανακαείς ποτέ, έκανα φωτογράφηση για το esquire magazine, σας αρέσει αυτό το κινητό, μου το έκαναν δώρο, καπνίζεις; δεν κάνει καλό, για να δω τα χέρια σου, τι ωραίο δέρμα, τον άλλο μήνα βγαίνει ο τρίτος μου δίσκος, είμαι μια ιδιοφυία, αλήθεια σας το λέω, είμαι ένας από τους μεγαλύτερους πιανίστες της εποχής μου, θα παίξω και στο μέγαρο. τι ωραία που σας βρήκα".
Το αρπακτικό που ζει μέσα (μου) σε αυτό το γλυκό (δεν θέλω ου) ανθρώπινο περίβλημα ξύπνησε πεινασμένο και περιεργάστηκε αυτό το ημίτρελο καραφλό πλάσμα που παραληρρούσε ασταμάτητα δίπλα μου. Περιεργάστηκα τις επιλογές:
1. είναι τρελος και ασήμαντος. (θα τον κεράσουμε τον καφέ και θα εξαφανιστούμε)
2. είναι τρελός και σημαντικός (θα τον πιάσουμε πελάτη και θα τον εκμεταλλευτούμε)
Μετράω τις αποστάσεις και κάνω το βήμα μου; Μα καλά τόσες επιτυχίες... Ποιόν έχεις πιά δικηγόρο;
Μα δεν έχω δικηγόρο.. (γλυκό τρελό μου αγόρι). Δώσαμε ραντεβού την άλλη μέρα στο σπίτι του για καφέ και αποχαιρετιστήκαμε. Την επόμενη μέρα, ξημερώνει πάλι Σάββατο (όπως κάθε βδομάδα, τι βαρετό, ας πρωτοτυπήσει κάποιος επιτέλους), αφού τσεκάρω στο google ότι ο τύπος δεν λέει μούφες αλλά είναι όντως μεγάλος καλλιτέχνης (αχ αλλάχ, αλλάχ) πάω και παίρνω ένα cheese cake και σκάω τύπου βουτσάς / γαμπρός στην πόρτα του, έχοντας κρύψει τα κοφτερά μου δόντια και τα γαμψά μου νύχια για να βρω τον πιο σύντομο τρόπο για να εκμεταλλευτώ την ανοησία του και να τον ξεζουμίσω μέχρι να τον αφήσω στο δρόμο να παίζει με ηλεκτρικό πιανάκι και να ζητάει λεφτά από τους πονόψυχους περαστικούς.
Ένα όμορφο σπίτι κι ένας ξυπόλυτος μουσικός με το cheese cake ανά χείρας να ζουζουνίζει γύρω μου όπως η μύγα πάνω απ' το σκατό μουρμουρίζοντας δεν έπρεπε, δεν έπρεπε, δεν έπρεπε. Είπα ότι τον γκόυγκλαρα κι έχω ερθει διαβασμένη. Αναστέναξε, γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω και είπε κουρασμένα "πόσες καταχωρίσεις βρήκες; εννιά χιλιάδες; εννιάμιση;" (δεν απάντησα) Μου έδειξε, τα κουζινικά του, τα φωτιστικά του (ένα απ΄αυτά μάλιστα είχα κι εγώ στο παλιό σπίτι, ένας είδος εύκαμπτης μεταλλικής δαντέλας που τυλίγεται γύρω από το γλόμπο και το πούλαγε το habitat 30 ευρώ και το είχαμε αγοράσει όλοι) με προβλημάτισε κάπως το γεγονός ότι μου είπε ότι τα έχει φτιάξει όλα μόνος του, μου έβαλε τις μπαλάντες του κολτρέιν, stan getz, μια ιταλίδα ντίβα που εμένα μου θύμιζε τόσο την κουρούκλη και αλίκη βουγιουκλάκη (;;;). Μου είπε ότι ράβει γυναικεία ρούχα, φτιάχνει στάμπες σε μπλούζες, ασχολείται με τη διακόσμηση, σχεδιάζει έπιπλα, αρνείται να κάνει γυμναστική, είναι πραγματικά μεγάλος καλλιτέχνης αλλά αυτό συνεπάγεται και μια μεγάλη μοναξιά, πριν από κάθε δεκάλεπτο μονόλογο, μου έλεγε με στόμφο μίλησέ μου για σένα, μίλησε μου για σένα. Μα πως ήταν δυνατόν να μην έχω φίλο, το ήξερε ότι θα είχε αντίπάλο, θα παλέψει όσο μπορεί για την καρδιά μου, πρέπει να ξεπεράσω το κλισέ της εμφάνισης και να δω το ψυχικό μεγαλείο ενός πραγματικού καλλιτέχνη, το βράδυ που με γνώρισε δεν κοιμήθηκε καθόλου έγραψε ένα κομμάτι για μένα, μου το έπαιξε, ο καινούριος δίσκος βγαίνει το δεκέμβρη (από ποιά εταιρεία;) δεν ξέρει ακόμα, έστειλε στην Τήλο 1500 cd που δεν ήθελε, δεν του είπαν ούτε ευχαριστώ. Αραγε, αναρωτήθηκε αναστενάζοντας δυνατά και κοιτάζοντάς με αυθάδικα με τα μικρά γουρουνίσια μάτια του, το καταλαβαίνω ότι συνομιλώ με μία ιδιοφυϊα;
Αχ μανούλα μου σκέφτηκα σιωπηλά.
(συνέχεια στο επόμενο)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



