Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Χέυ φίβερ ή πώς να χρησιμοποιείτε σωστα τα τριγενή δικατάληκτα

Τώρα που μπήκε η άνοιξη και με πιάσαν πάλι οι αλλεργίες μου και ζω σ αυτήν την αόρατη κάσκα αστροναύτη κινούμενη αργά και νωχελικά σε ένα περιβάλλον παντελούς έλλειψης (νοητικής) βαρύτητας σκέφτομαι όλα αυτά τα ρούχα που έχω μαζέψει και περιμένουν από χρόνια αφόρετα διπλωμένα στο ντουλάπι μου από την τρίτη λυκείου. Εγώ καγχάζω περήφανη ότι φοράω το ίδιο νούμερο από τότε και δεν έχω βάλει δράμι, ενώ είναι φορές, καθώς ετοιμάζομαι να βγω, που η αδερφή μου, μου κλείνει την πόρτα της εισόδου με τα χέρια φωνάζοντας "δεν μπορώ να σ' αφήσω να κυκλοφορήσεις έτσι έξω, σε παρακαλώ βάλε κάτι άλλο για το Θεο". Εμένα πάλι δεν με νοιάζει να έιναι καινούρια τα ρούχα που φοράω. Δεν με νοιάζει να ψωνίσω, δεν νομίζω ότι έχω και λεφτά παρεμπιπτόντως. Πρέπει όμως να δίνω μια επίφαση μοδός. Αυτό το καταλαβαίνω. Πάω λοιπόν στο zara (μαγαζάρα) και ψωνίζω δυο τρια τσιτάκια για να μην ντρέπονται οι γύρω μου όταν στενεύει ο κλοιός γύρω μου. Το παλιό το ρούχο μου δίνει μια σιγουριά, μια άνεση, με έχει στηρίξει ρε αδερφέ και δεν μου κάνει καρδιά να το κάνω πέρα. Το καινούριο πάλι είναι λίγο ξένο (γαρούφω, γαρούφω βγαλτο ξένο ρούχο λέει η μάνα μου καμιά φορά) αλλά ίσως με τον καιρό κι αυτό δείξει ένα άλλο πρόσωπο. Δεν τους βγάζω τις ετικέτες μέχρι να γνωριστούμε καλύτερα και πολλές φορές κυκλοφορώ έτσι έξω, με πιάνει κάποιος φίλος να μ' αγκαλιάσει και το χέρι του ακουμπάει τη σκληρή ετικέτα (19,99 €) ανάμεσα στη μπλούζα και στο δέρμα μου και με κοιτάει με μία μικρή λύπηση που κάνω πάλι το ίδιο. Μετά τις δύο, τρεις φορές τις βγάζω τις ετικέτες όμως. Πρέπει να κατεβάσω τα καλοκαιρινά να δω τα ρούχα μου, τα παλιά μου τα αγαπημένα μου που θέλω να τα κρατήσω αλλά δεν έχει νόημα πια. Δεν ξέρω τι θα κάνω. Η άνοιξη είναι καιρός ξεκαθαρίσματος. Εχω και κάτι παλιούς ανθρώπους (όχι παλιανθρώπους, αλλά ανθρώπους από τα παλιά) που τους αγαπάω κι ας μην τους φοράω ποτέ κι αυτούς, δεν ξέρω τι να τους κάνω, δεν μου κάνουν πια νομίζω, αλλά από την άλλη θέλω να τους έχω, δεν μου κάνει καρδιά Πρεπει να αποφασίσω. (Μπορεί και όχι.) Είναι κι αυτό το κωλοβίντατζ που έχει φέρει στη μόδα τα παλιά. Αχ δεν ξέρω έχω μπερδευτεί. Εδώ και χρόνια κάθε φορά που μιλάω ή γράφω και χρησιμοποιώ το επίθετο "παντελής" νοιώθω ότι είναι σε μια γωνιά ο Παντελής Βούλγαρης και μου χαμογελάει. Εγώ, φορώντας όλα μου τα αγαπημένα, αταιριαστα παλιά μου ρούχα, του κλείνω το μάτι με νόημα.

Κυριακή 27 Μαΐου 2012

Πίσσα και πούπουλα

Αγαπητοί αναγνώστες,
μετά από μακρά απουσία και τραγελαφική παλινδρόμηση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας αποφάσισα για άλλη μια φορά να εξασκήσω την παλιά μου τέχνη(κόσκινο) και να αφήσω κατά μέρος μια υπερεπείγουσα δουλειά που πρέπει να γίνει άμεσα για να σας ενημερώσω για τα τεκταινόμενα. Η ζωή μου αυτές τις μέρες θυμίζει σαλούν στην Άγρια Δύση, ήτοι εν μέσω πυροβολισμών, ασταμάτητου παιξίματος πιάνου από έναν συμπαθέστατο πιανίστα που παρακαλεί να μην τον πυροβολούν, μαλλιαρών καοουμπόυδων που πίνουν νερό που καίει προσπαθώ να φτάσω μέχρι το μπαρ και να πείσω τον τύπο που φτύνει μέσα στα ποτήρια και τα σκουπίζει με την πετσέτα του να γυαλίσουν να μου σερβίρει μια πορτοκαλάδα μπλε.
Όπως πολλοί από σας θα φαντάζεστε,
ΚΑΜΙΑ ΤΥΧΗ (αυτό είναι γραμμένο με έντονα κεφαλαία γράμματα για να δώσει έμφαση στη δίηγηση)


Για την ακρίβεια με έχουν πιάσει τέσσερεις και με έχουν στήσει σε μια γωνια σε μια αλάνα έξω από το σαλούν καθώς περιμένουν να φέρουν οι άλλοι την πίσσα για να με ρίξουν μέσα και μετά να με περάσουν από τα πούπουλα (πανέ). Αφημένη και παραδομένη στην άδικη τύχη μου, συνειδητοποιώ ότι ο πιανίστας (επιτέλους;) σταμάτησε να παίζει το πιάνο, ενώ μία περίεργη σιωπή κάνει ακόμα και αυτούς που με κρατάνε να νοιώθουν άβολα όταν ακούγεται μία γνώριμη εισαγωγή και - δεν πιστεύω στα μάτια μου - βγαίνει ο γιώργος νταλάρας με ένα μικρόφωνο.




ε δεν ειναι δυνατόν. δεν υπάρχει λίγη αξιοπρέπεια ούτε σ΄αυτή τη δύσκολη στιγμή μου; (μα που τα μυρίζεται τα βάσανα αυτός ο νταλάρας και βουτάει τα μικρόφωνα και γίνεται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος;)
ξαφνικά βγαίνει από το μπαρ ο Ντίνος ο Χριστιανόπουλος, βουτάει από το Νταλάρα το μικρόφωνο, διακόπτωντας μια ομολογουμένως όμορφη στιγμή, καθώς έχουν βγει οι καουμπόυδες από το μπαρ και βαράνε παλαμάκια γύρω γυρω γονατιστοί ενώ ο πιανίστας ρίχνει ζεμπεκιές στο κέντρο με τα μάτια κλειστά, γίνεται απόλυτη ησυχία, ο Χριστιανόπουλος ρίχνει μια χριστοπαναγία που οι τρόποι μου δεν μου επιτρέπουν να την αναπαράγω εδώ, καθώς ενέπλεκε τη μανα του Χριστού με τη μάνα του Γιώργου Νταλάρα -πολύ αριστοτεχνικά οφείλω να ομολογήσω- και απαγγέλει:

και τι δεν κάνατε για να με θάψετε
όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος.


Το πλήθος διστάζει για λίγο και έκθαμβο παρακολουθεί το Χριστιανόπουλο να μεταμορφώνεται σε βιολογική καλλιέργεια στέβιας, αυτού του φοβερού υποκατάστατου ζάχαρης, προχωράμε όλοι (και ο γιώργος) και κόβουμε από δυο τρία φυλλαράκια, μπαίνουμε αγκαλιασμένοι στο μπαρ και πίνουμε βιολογικά μοχίτο που δεν παχαίνουν.
Ήμουν σίγουρη ότι το λίκνο της ποίησης δεν θα με άφηνε να πάω σαν το σκυλί στ' αμπέλι.

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

το νέο ευρώ, ένας απών δήμαρχος, τα ναρκωτικά και πως συνδέονται όλα αυτά με τη μάνα μου.


Η νέα τάξη πραγμάτων έχει και το χαβαλέ της. Ας πούμε εδώ στο γραφείο το νέο νόμισμα είναι τα συνδετηράκια και τα ανταλλακτικά του συρραπτικού. (όλα είναι θέμα προσφοράς και ζήτησης. το να μην μπορείς να πιάσεις με κάποιο τρόπο δύο κόλλες χαρτί μπορεί να ταράξει βάναυσα την εσωτερική σου ηρεμία). Είναι αυτό που λένε καμιά φορά ότι δεν καταλαβαίνεις τη χρησιμότητα ενός μέλους του σώματός σου παρά μόνον αν το χτυπήσεις. Εκεί λοιπόν που είχες τους συνδετήρες και τους πετούσες, τους στράβωνες για να γράψεις το όνομά σου, ή έπιανες αυτό το τσουλούφι που πετάει, τώρα τους φυλάς ως κόρην οφθαλμού και όταν βρίσκεις κανέναν στη τσάντα νοιώθεις όπως όταν κατέβαζες τα χειμερινά και έβρισκες μέσα διπλωμένο πεντακοσάρικο. Οι Αθηναίοι συμπεριφέρονται λες και παίζει στα κοσμικά μεγάφωνα "ανδρεναλίνη, κανένας δεν θα μέίνει, Αθήνα είσαι Καμίνη" (εν προκειμένω στο μυαλό του αθηναίου "η αθήνα" είναι βρισιά και χρησιμοποιείται γαι να απαξιώσει τον πολλά υποσχόμενο δήμαρχο που πριν ενάμιση χρόνο περίπου είχε γεμίσει τις καρδίες μας Ελπίδα. εν προκειμένω στο μυαλό του αθηναίου "η Ελπίδα" είναι η τραγουδίστρια που τραγουδάει στο δήμαρχο, "είναι που λείπεις εσύ"). Προτείνω για άλλη μια φορά αποποινικοποίηση των ναρκωτικών (αφου κάνουν όλοι ούτως ή άλλως, δεν υπάρχουν λεφτά για πέταμα, ελάτε ρε παιδιά, λίγη κατανόηση δηλαδή, να χαλαρώσουμε λίγο) γιατί τα νεύρα όλων είναι πολύ τεντωμένα, ειδικά των οδηγών και είναι πραγματικά κρίμα. Άσε που πήρε και η μάνα μου δίπλωμα προσφάτως και δεν θα ήθελα να τη δω παλουκωμένη στην αυλή μας σαν άλλη νύφη του δράκουλα από κάποιον μανιασμένο παύλα απογοητευμένο οδηγό παύλα φορολογούμενο.  Για όλους τους ανωτέρω λόγους και

με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου

ΣΑΣ ΚΑΛΩ ΝΑ ΑΠΟΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΕΤΕ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

για τη φουκαριάρα τη μάνα μου

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Μην κλείνεις τα μάτια.

Οι Κυριακές είναι καταραμένες. Πιο καταραμένες κι από τις Δευτέρες. Οι Δευτέρες όμως το έχουν δεχτεί από παλιά σαν τους μπάτσους που σε κοιτάνε γνωριζοντας ότι τους μισείς, ότι ξέρεις ότι παίρνουν τρεις κι εξήντα πιά, ότι δεν διαφέρουν και τόσο πολύ από σένα, απλά είναι αγράμματοι και κουβαλάνε γκλομπ. Οι Κυριακές όμως είναι σαν τις πλούσιες γιαγιάδες παλαιοεστέτ που αναπολούν τα περασμένα μεγαλεία και έχουν αναγκαστεί και συγχρωτίζονται με ένα κάρο μικροαστούς σαν και σένα. Κάποτε αυτός που μας έχει πείσει ότι ευθύνεται για την ύπαρξη μας ξεκουράστηκε την Κυριακή αφού έπλασε τον κόσμο. Και μετά..:. μετά οι Κυριακές πλημμύρισαν από εκατομμυρια κακομοιρηδες που βγαίνουν με τα βλαστάρια τους να πάνε στην ταβέρνα και θλιμμένους απογοητευμένους που πάνε για καφέ προσποιούμενοι ότι είνα μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Για να εκδικηθούν το απωλεσθέν μεγαλείο, δηλητηριάζουν τα σωθικά σου με μια θραυσματική επίφαση ανεμελιάς προς στιγμήν και μετά αποκαλύπτουν την εμετική πραγματικότητά τους μαζοχιστικά σαν ένα σεντόνι που τινάζεται και φανερώνει ένα κίτρινο παγωμένο πεθαμένο κορμί. Εσύ εντωμεταξύ που πίνεις τον καφέ σου και βιώνεις αυτό το εσωτερικό μελοδραματικό σκωτσεζικο ντους, βλέπεις την ελπίδα να φεύγει από μέσα σου, όμως πριν την κάνει για τα καλά τη βουτάς από το μαλλί, αυτή λιποθυμάει στα χέρια σου, φωνάζεις ένα γιατρο ρε παιδιά, δεν έρχεται κανείς μόνο αυτή η ηλίθια γκαρσόνα με το ξεχειλισμένο φλιτζάνι με τον καφέ  σου, έχεις δει στις ταινίες πως κάνουν τεχνητή αναπνοή όταν κάποιος πέφτει τέζα μπροστά τους και φωνάζουν στέι γουιθ μι, ντοντ κλοουζ γιορ άιζ, δεν φανταζόσουν ότι θα συνέβαινε σε σένα βέβαια, τη βάζεις κάτω, της ξεκουμπώνεις το φόρεμα (σκέφτεσαι προς στιγμήν τελείως άκαιρα τι βυζάρες που έχει) και ξεκινάς αυτό που νομίζεις ότι θα ζωντανέψει το αλύγιστο κορμί της, ιδρώτας τρέχει από το μέτωπό σου όταν κάνει ένα βηχαλάκι, παίρνει μια βαθειά ανάσα, ανοίγει τα μάτια της και σου χαμογελάει. Η μαλακισμένη. Σε κοψοχόλιασε. Κυριακάτικα.
http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=v7T2135xCZQ#!


Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Δημιουργικό κενό

Πάντα σκέφτομαι ότι η διαφορά ενός καλλιτέχνη από έναν απλό άνθρωπο είναι η εκ μέρους του πρώτου μετουσίωση του πόνου (πές το όπως θες, καημό, σεκλέτι, συμφορά κλπ) σε κείμενο, πίνακα, μουσική, ποίημα, θεατρικό, μακαρονάδα ενός πράγματος δηλαδή, που την ώρα που καταναλώνεται (διαβάζεται, τρώγεται, ακούγεται, βλέπεται, μυρίζεται) κάνει τα εγκεφαλικά σου κύτταρα να πιάνονται χέρι-χέρι και να πηδάνε αγκαλιασμένα ουρλιάζοντας στον παγωμένο ωκεανό που βρίσκεται στο κέντρο του εγκεφάλου  σου και να πετάνε τεράστια κύματα νερού στα μηνίγγια σου τα οποία σε αναστατώνουν και κάνουν την τρίχα σου να σηκώνεται κάγκελο. Όταν ο πιτσιρικάς του Κλάπτον πήδηξε από το μπαλκόνι ας πούμε, ο Κλάπτον πήγε κι έγραψε το tears in heaven, ενώ εγώ σε αντίστοιχη περίπτωση θα γυρνούσα τους δρόμους με το βρακί και τα μαλλιά ανακατεμένα γελώντας χαιρέκακα σε τυχαίους περαστικούς. Επίσης, καμιά εικοσαριά χρόνια νωρίτερα όταν ο δύσμοιρος ο έρικ ερωτεύτηκε τη γυναίκα του καλύτερου του φίλου George Harrison πάυλα μοντέλο "Πάτι"  πήγε κι έγραψε το layla. Δηλαδή ο τύπος είναι συμφορά και χρυσός δίσκος.
Εγώ όταν δεν είμαι καλά θέλω να χωθώ μεσα στη γη και να κάθομαι εκεί να φυτοζωώ χωρίς τροφή και νερό ως άλλος ιωάννης βαπτιστής συντηρούμενη από την εκάστοτε περαστική αυτονομίστρια ακρίδα. Είμαι με ένα κομπιουτεράκι παραμάσχαλα και προσθέτω και αφαιρώ, έχω ανοιχτή τη winbank και μεταφέρω λεφτά από τον ένα λογαριασμό στον άλλο ενώ θα έπρεπε να γράφω το βιβλίο της δεκαετίας, τηρούμένων των αναλογιών. Πουτάνα αταλαντοσύνη, το φελέκι σου μέσα.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Αγαπητέ Θεέ,

Φανερώσου. 'Εβγα απ' τη φωλιά σου κι έλα εδώ κάτω λίγο. Έλα να μας πεις τι σκεφτόσουν όταν δύο μέρες πριν, 12 η ώρα το βράδυ, την ώρα που ο Γιώργος φούσκωνε τα λάστιχα του ποδηλάτου του, ένας αρουραίος ροκάνιζε τη μόνωση του aircondition για να μπει μέσα σε ένα φοιτητικό δωμάτιο να ζεσταθεί, εγώ έδινα μια καρώ πιτζάμα σε έναν άρρωστο φυσικό, πήρες από το μάταιο τούτο κόσμο τον πατέρα της Άννας Μαρίας, έτσι ώστε η κηδεία να γίνει σήμερα. Που έχει τη γιορτή της.
Λοιπόν,
Ακούω.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Αρρώστησα. Γιατί Μπορώ.

Σήμερα που είμαι τέρμα κρυωμένη και δεν βάζω αυτόν τον σατανά το dexarin για να να ξεβουλώσει η μύτη μου και ανοίγω το στόμα κάθε λίγο σαν το ψάρι για να μη σας στερήσω την ύπαρξή μου, μπορείτε να μη φορέσετε κολώνια, ούτε αποσμητικό, να κλάσετε σιωπηλά δίπλα μου, να ανάψετε πούρο, να βγάλετε ναφθαλίνες από τα κουτάκια τους και να αυτοκτονήσετε μασώντας τες, να ψιλοκόψετε ένα ολόκληρο σέλινο δίπλα σε μία μεγάλη μαρμίτα που βράζει αργά ένα γιγάντιο ψάρι, να σπάσετε μια καρύδα πάνω στο γραφείο μου και να πιείτε το ζουμί της, να μουλιάσετε ένα μικρό σκυλί μεσα σε μία μικρή λεκάνη με χλιαρό νερό και να το στεγνώσετε δίπλα μου με το πιστολάκι. Ναι, οποιος θέλει να κάνει όλα αυτά, σήμερα είναι η μέρα του. Την πρώτη μέρα που θα μυρίσω όμως, θα ψήσω έναν ελληνικό και θα είναι σαν να μην έγινε τίποτα.