Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

του γιατρού

Και έτσι όπως έιμαι που λες κυρία μου (σύστημα ομιλίας λάκης λαζόπουλος) έτοιμη να καταβροχθίσω το τηγανητό μπακαλιαράκι χωρίς μαγιονέζα (εγκληματική απουσία το ξέρω δεν θα επαναληφθεί) με ειδοποιούν από το κοντρόλ (σύστημα ομιλίας νίκος χατζηνικολάου) ότι η καλή μου η μανούλα έχει ένα σφάχτη και "ήθελε να μου μιλήσει" πριν πάει στο νοσοκομείο. Παύση, βύσσινο (σύστημα ομιλίας χάρρυ κλυν) ιδρώτας στάζει μεσα στο μάτι μου και μουτζουρώνει τη μάσκαρα, τσιγάρο, τρεις γουλιές σαρντονέ (άμα έχεις class), μαύρο παντελόνι, σκαρπίνι, μπλούζα με ροζ λουλούδια (ακατανόητες ενδυματικές επιλογές υπό καθεστώς μεγάλης πίεσης) ρουζ, κολώνια (γουάτ δε φακ γουμαν!) και φρενήρης οδήγηση στην ιδιωτική κλινική με το μυαλό μου να παίρνει χίλιες στροφές - κι εσύ αν θέλεις κοίταζέ με, τα μάτια σου δυο μαχαιριές, ντριγκι ντριγκι μανα μου.

Πατέρας ερείπιο, σβήνω, χάνομαι, μητέρα με ύφος του άτλαντα όχι του χάρτη αλλά αυτουνού που σηκώνει σκυφτός στην πλάτη του όλο το σύμπαν. Κλήση σε αδερφή η οποία έρχεται τύπου Σαλώμη παύλα Μελίνα Μερκούρη στο Τοπ Καπή με γκλίτερ κραγιον άσπρο στράπλες, φούστα μάξι και πορτοκαλιά σκουλαρίκια. Συντονισμένη προσπάθεια να εμποδίσουμε νοσηλευτές να αναπαραχθούν με την αδερφή μου και να εκδιωχθεί ο πατέρας μου από το χώρο με τους ασθενείς στέφεται με επιτυχία και φτάνουμε αντιμέτωποι με το γολγοθά της αιμοληψίας από τη μητέρα ασθενή η οποία αφού έδωσε αίμα προ μισής ώρας χωρίς να το καταλάβει γιατί κοίταγε αλλού και δεν είδε που της έχωσε τη βελόνα, ξεκινά την πάντα επιτυχμένη προσπάθειά της  να κάνει το βίο του νοσηλευτή αβίωτο με μικρές κραυγούλες  - αναστεναγμούς και αλλα τέτοια χαριτωμένα (καλά ρε μάνα απορώ πως γέννησες - γαμήστε με κι εσείς) και μετά αναμονή για τα αποτελέσματα.

Βαρεμάρα στο δωμάτιο, αυτά τα συρτάρια ανοίγουν; τι έχουν μέσα; αδελφή: πάντα ήθελα ένα λαρυγγοσκόπιο - μάνα: μην τ΄ανοίγετε έχουν κάμερες (όλοι κωλοδάχτυλα στα ταβάνια) αναλυτική παρουσίαση της ζωής στο χωριό, γιατί η θεία γιαννούλα έχει αποξενωθεί τόσο με τη νύφη της, (γιατί είναι κουμανταδόρισσα), πόσο καριόλα η διαμαντοπούλου και τι την πειράζουν οι αιώνιοι φοιτητές, να αφήσω το μαλλί μου φυσικό του ή θα φαίνονται οι άσπρες, ο πατέρας σας πήρε κανά τηλέφωνο, πόσο έχεις πίεση; 19, άντε μπράβο άριστα παρά ένα, γιατί μουκρίζει η χόντρή έξω; την περιφέρουνε στο φορείο με το βρακί (το κάνουν με τους υπέρβαρους για να τους εξευτελίζουν) καλά αυτή η ίρινα είχε τρίχα στον κώλο ρε φίλε, απίστευτο, μαμά που είναι το σουτιέν σου; πότε θα βγουν τα αποτελέσματα γιατρέ; (ο γιατρός κάνει τον κουφό - δυνατά αυτό για να τ΄ακούσει), αυτός με τα συρίτια τι είναι; Γιατρός; Όχι καπετάνιος.
Φύγε πήγαινε σπίτι, φύγε εσύ, φύγετε κι οι δύο δεν πειράζει καλά είμαι, και πώς θα γυρίσεις ρε μάνα, η φώφη σου φερε κελεμπίες από την Αλεξάνδρεια και σένα για να μη ζηλεύεις, η γιαγιά του Κώστα γνωρίζει μόνο τον΄Αλί κι όλοι οι άλλοι είναι στην κατηγορία "Μιχαλί",την κόρη της τη φωνάζει Υβόννη, τι ώρα πήγε; Τρεις. Έναν ορό και τελειώσαμε, εγώ θα πάω σπίτι, πήγαινε θα τη γυρίσω εγώ, σίγουρα; ναι φύγε.
Πάω, θα 'στε καλά;

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

ρίαλ μπλαντ ιζ φορ σάκερς


Αυτό το καλοκαίρι αναδίνει μία μυρωδιά θανατίλας και φαρμακίλας. Ετοιμάζομαι όπως όλοι για διακοπές αλλά έχω ένα πολύ κακό προαίσθημα. Δεν ανησυχώ για τη δευτέρα παρουσία και το τέλος αυτού του κόσμου διότι διάγω βίον χριστιανικό και θα κάτσω δεξιά του Κυρίου όταν έλθει εκείνη η ώρα κάι όλοι εσείς θα με ζηλεύετε. Μιλάω για μια κατάρα γριάς που δεν ξέρω ποιός της έκανε τι αλλά έχει πέσει λίγο πάνω μου και στους δικούς μου ανθρώπους με αποτέλεσμα ό πατέρας μου να κουτσαίνει με τη μέση του, ο θείος μου ο αντώνης να οδηγείται στο θάνατο με αργό και σταθερό βήμα από φονικό λόξυγγα, η μάνα μου τα δικά της ως συνήθως, ένας άλλος μουδιάζουν τα χέρια του, ένας τρίτος είδε τη γραμματέα να σωριάζεται μπροστά του με εγκεφαλικό και να σκευρώνει σαν το σκουλήκι κι εγώ λίγο περίεργα τα βλέπω όλα αυτά και περιμένω το μεγάλο μπαμ που θα πέσει πάνω μου σαν γαλατικός ουρανός. Ακούω τα ντραμς να παίζουν ανησυχητικά προετοιμαστικά και φοβάμαι. Όχι για μένα αλλά για τους άλλους. Που θα μείνουν πίσω. Αχ τι ωραία. Καλό καλοκαίρι.

Παράλληλη ιστορία από ένα λευκό ριμπ φανελάκι που περιμένει διπλωμένο σε ράφι μαγαζιού στο κολωνάκι:
Πλήττω τόσο πολύ αυτές τις μέρες. Διπλώνομαι και αναδιπλώνομαι δίχως νόημα. Θέλω να ζήσω τη ζωή μου στο φούλ. Να ξεπουληθώ για δυό δεκάρες, να φορεθώ και να αγκαλιάσω δυό κοριτσίστικα στηθάκια, το ένα λίγο πιο μεγάλο από το άλλο, να τα νοιώσω να ιδρώνουν, να τσιτώνονται και να χοροπηδάνε στο ρυθμό της μουσικής, να αναπηδάνε από γάργαρο γέλιο να τρίβομαι πάνω σε αντρικό τισερτ. Κι εκεί που έχω χαλαρώσει να νοιώσω την ακινησία και να βαρύνω από αυτό το υγρό που εξαπλώνεται και με λεκιάζει. Μα τi θόρυβος είναι αυτός; Ένα ψαλίδι με κόβει στη μέση. φακ.